ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ

Στην νέα διάταξη, όπως θα ισχύσει για τα εισοδήματα του 2011, ο διπλασιασμός του 1,5%, θα εφαρμόζεται επιπλέον και επί του ακαθαρίστου εισοδήματος που προκύπτει από ακίνητα που εκμισθώνονται για επαγγελματική ή από εμπορική χρήση.

Συμπληρωματικός φόρος ονομάζεται ο φόρος που επιπλέον καλείται να καταβάλλει το υπόχρεο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, εφόσον στα εισοδήματα που δηλώνει συμπεριλαμβάνεται και εισόδημα από την Α-Β πηγή, δηλαδή «εισόδημα από ακίνητα». Η φορολογία αυτή, μια από τις δεκάδες που υπολογίζονται και επιβαρύνουν την ακίνητη περιουσία, ως εάν ο νομοθέτης να επιδιώκει να «τιμωρήσει» τους ιδιοκτήτες της, αναφέρεται στον ΚΦΕ σε τρία σημεία. Συνεκκαθαρίζεται δε και βεβαιώνεται, για μεν τα φυσικά πρόσωπα με την εκκαθάριση του κύριου φόρου της φορολογικής δήλωσης του οικείου οικονομικού έτους, για δε τα νομικά με την υποβολή της φορολογικής τους δήλωσης, άμεσα. Ο υπολογισμός αυτού του φόρου γίνεται με αναλογικό συντελεστή (1,5% ή 3%, κατά περίπτωση), επί του ακαθαρίστου εισοδήματος από την συγκεκριμένη πηγή.

Η πρώτη αναφορά, στον ΚΦΕ, γίνεται στην παράγραφο 7, του άρθρου 9 και έχει ως εξής, για το εισόδημα από ακίνητα που αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα: «Αν στο συνολικό εισόδημα περιλαμβάνεται και εισόδημα από ακίνητα, εκτός από το απαλλασσόμενο εισόδημα από ιδιοκατοίκηση γενικά, το ακαθάριστο ποσό αυτού υποβάλλεται και σε συμπληρωματικό φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή 1,5%. Ειδικώς, ο συντελεστής του πρώτου εδαφίου αυξάνεται σε 3% εφόσον η επιφάνεια κατοικίας υπερβαίνει τα 300 τετραγωνικά μέτρα της κατοικίας ή πρόκειται για επαγγελματική ή εμπορική μίσθωση».

Η ως άνω διάταξη διαμορφώθηκε και ισχύει για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1/1/2011, μετά την πλήρη αντικατάσταση του άρθρου 9 από το άρθρο 38, παρ. 2, του Ν.4024/2012. Έχει ιδιαίτερη σημασία να παραθέσουμε την σχετική με το θέμα αυτό παράγραφο, πριν την αντικατάστασή της (ήταν η παράγραφος 5): «Αν στο συνολικό εισόδημα περιλαμβάνεται και εισόδημα από ακίνητα, εκτός από το απαλλασσόμενο εισόδημα από ιδιοκατοίκηση γενικά, το ακαθάριστο ποσό αυτού υποβάλλεται και σε συμπληρωματικό φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή 1,5%. Το ποσό του συμπληρωματικού φόρου αυτής της παραγράφου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ποσό του φόρου που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδημα, σύμφωνα με τις παρ. 1 έως και 4, κατά περίπτωση. Ειδικώς, ο συντελεστής του πρώτου εδαφίου αυξάνεται σε 3% και επιβάλλεται στο ακαθάριστο εισόδημα από ακίνητα που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες, εφόσον η επιφάνεια καθεμιάς από αυτές υπερβαίνει τα 300 τετραγωνικά μέτρα».

Δεν γνωρίζουμε πόσο έχουν γίνει αντιληπτές οι, κατά μία έννοια, «αθόρυβες» αλλαγές στην παραπάνω παράγραφο (από 5, σε 7): Πρώτον, καταργείται ο περιορισμός που περιλαμβανόταν στην προηγούμενη διάταξη και αναφερόταν στον μη υπολογισμό συμπληρωματικού φόρου, εφόσον δεν προσδιοριζόταν κύριος φόρος και σε κάθε περίπτωση, ο συμπληρωματικός φόρος δεν μπορούσε να υπερβεί τον κύριο φόρο. Αυτό αποτελεί πλέον παρελθόν, αφού το υπογραμμισμένο (ως άνω) εδάφιο της παραγράφου 5, πριν τις αλλαγές του Ν. 4024/2012, δεν «μεταφέρθηκε» στην παράγραφο 7, του «νέου» άρθρου 9, του ΚΦΕ. Δεύτερον, ο συντελεστής ήταν 1,5%, γενικώς και υπήρχε μία μόνο εξαίρεση, με διπλασιασμό του, εφόσον ο υπόχρεος αποκτούσε εισόδημα από ακίνητα τα οποία χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες και η επιφάνειά τους ήταν μεγαλύτερη των 300 τμ. Στην νέα διάταξη, όπως θα ισχύσει για τα εισοδήματα του 2011, ο διπλασιασμός του 1,5%, θα εφαρμόζεται επιπλέον και επί του ακαθαρίστου εισοδήματος που προκύπτει από ακίνητα που εκμισθώνονται για επαγγελματική ή από εμπορική χρήση.

Περαιτέρω, οι δύο άλλες αναφορές στον ΚΦΕ, αφορούν τις προσωπικές εταιρείες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101. Εκεί, ο συντελεστής του συμπληρωματικού φόρου εξακολουθεί να είναι 3%, χωρίς να έχει καταργηθεί ο περιορισμός που υπήρχε, σε σχέση με τον κύριο φόρο. Δηλαδή, ισχύει ότι ο συμπληρωματικός φόρος δεν μπορεί να υπερβεί τον κύριο φόρο. Η σχετική διάταξη της παραγράφου 2, του άρθρου 10, του ΚΦΕ (φορολογία προσωπικών εταιρειών) έχει ως εξής: «Αν στο συνολικό εισόδημα περιλαμβάνεται και εισόδημα από ακίνητα, το ακαθάριστο ποσό αυτού υποβάλλεται και σε συμπληρωματικό φόρο ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή 3%. Το ποσό του συμπληρωματικού φόρου αυτής της παραγράφου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ποσό του φόρου που αναλογεί στο συνολικό εισόδημα του υπόχρεου, σύμφωνα με την παρ. 1».

Αντίστοιχη είναι και η σχετική διάταξη που αφορά στα νομικά πρόσωπα (ΑΕ, ΕΠΕ κ.λπ.), παράγραφος 3, του άρθρου 109, του ΚΦΕ: «Επιπλέον του οριζόμενου στις προηγούμενες παραγράφους φόρου, επιβάλλεται και συμπληρωματικός φόρος στο εισόδημα από ακίνητα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα. Ο φόρος αυτός υπολογίζεται με συντελεστή 3% στο συνολικό ακαθάριστο εισόδημα που προέρχεται από ακίνητα, μη δυνάμενος να υπερβεί το ποσό του φόρου εισοδήματος των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Ο φόρος της παραγράφου αυτής δεν επιβάλλεται στα εισοδήματα από ακίνητα των νομικών προσώπων, τα οποία απαλλάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 του παρόντος, του φόρου εισοδήματος για τα εισοδήματα αυτά».

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο νομοθέτης, διαφοροποίησε την φορολογική μεταχείριση φυσικών προσώπων και εταιρειών, ως προς την επιβολή του συμπληρωματικού φόρου. Τα φυσικά πρόσωπα θα καταβάλλουν τον συγκεκριμένο φόρο, ανεξαρτήτως της τελικής διαμόρφωσης του κύριου φόρου, με επιπλέον αύξηση του συντελεστή για τα ενοίκια – έσοδα από επαγγελματικές μισθώσεις, ενώ οι εταιρείες παραμένουν στο παλαιό καθεστώς, χωρίς αλλαγές στην επιβάρυνση. Υπενθυμίζουμε, ότι υπολογίζεται συμπληρωματικός φόρος και επί του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιόχρηση, στις δε επαγγελματικές μισθώσεις έχουμε και την επιβάρυνση του αναλογικού τέλους του χαρτοσήμου, 3% (+ 20% υπέρ ΟΓΑ).

Νίκος Σγουρινάκης

n_sgourinakis@hotmail.com

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό epixeirisi.gr)